Προσοχή! Αποδοχή cookies. Συνεχίζοντας υποθέτουμε ότι συμφωνείτε με την πολιτική cookies. ΑΠΟΔΟΧΗ

Δωρεαν αποστολη ανω των €70 (εως 3 κιλα) και πληρωμή έως και 12 δόσεις

Μενού

Η Ιστορία του Πιάνου

14/03/2022
από Κατερίνα Στρατιδάκη

   Πρόγονοι του πιάνου υπήρξαν το κλαβίχορδο (Clavichord) και το τσέμπαλο (Cembalo). Το κλαβίχορδο, όργανο πολύ αγαπητό στις αρχές του 18ου αιώνα, εξελίχτηκε από το μονόχορδο του Μεσαίωνα

και είχε αδύναμο αν και αρκούντως εκφραστικό ήχο αφού λόγω του μηχανισμού επαφής που διέθετε, επέτρεπε την άμεση σύνδεση με το δάκτυλο και άρα τη δυνατότητα διαμόρφωσης του ήχου. Μερικά πλήκτρα ακουμπούσαν στην ίδια χορδή κάτι που καθιστούσε αδύνατη τη συνήχηση γειτονικών φθόγγων. Στην ουσία ήταν όργανο ιδιωτικής χρήσης, καθώς είχε πολύ απαλό άκουσμα, και δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε συναυλίες. Το τσέμπαλο που αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια του 15ου αιώνα διέθετε μηχανισμό νύξης: κάθε πλήκτρο ενεργοποιούσε ένα μηχανισμό με πένα φτιαγμένη από φτερά πουλιών ή δέρμα που στηριζόταν σε ελεύθερα κινούμενες γλωσσίδες με ελατήριο. Όταν το πλήκτρο σηκωνόταν, ο μηχανισμός κατέβαινε και με τη βοήθεια ελάσματος ο άξονας επανερχόταν στη θέση του, επιτρέποντας στη πένα να τσιμπά τη χορδή. Όταν ο μηχανισμός επέστρεφε στη θέση του ένας σιωπητήρας από τσόχα εμπόδιζε τις παλμικές κινήσεις της χορδής. Το τσέμπαλο προσφέρει πολύ λίγες δυνατότητες ηχητικών αντιθέσεων και ελέγχου της δυναμικής, ενώ οι διαφοροποιήσεις στο άγγιγμα των δακτύλων έχουν ελάχιστα αποτελέσματα.

                                                                       
Κλαβίχορδο (clavichord), Μουσείο 
Μουσικής, Παρίσι


               Από τον 17ο ως τα τέλη του 18ου αιώνα, το τσέμπαλο ήταν απαραίτητο για το « μπάσο κοντίνουο» σε όλους σχεδόν τους συνδυασμούς οργάνων. Η χρήση του σήμερα αν και περιορισμένη, έχει εμπνεύσει διάφορους συνθέτες του 20ου αιώνα ( ) και χρησιμοποιείται κατά κόρον στις εκτελέσεις μπαρόκ μουσικής, ιδίως σε σύνολα με όργανα εποχής. Πιάνο (pianoforte)

Γύρω στο 1700 ο Bartolomeo Cristofori παρουσιάστηκε το “gravicembalo col piano e forte”(από τις ιταλικές λέξεις piano=σιγά και forte=δυνατά, λόγω της δυνατότητας εναλλαγής δυναμικών). Στόχος του ήταν να ικανοποιήσει την επιθυμία των μουσικών της εποχής του να παίζουν σε μια ευρεία δυναμική γκάμα, από πολύ σιγά ως (πολύ) δυνατά. Τώρα, αντί για το τσίμπημα (νυγμό) των χορδών που υπήρχε στο τσέμπαλο, χρησιμοποίησε μια σειρά σφυριών τα οποία μόλις χτυπούσαν πάνω στη χορδή, επανέρχονταν στη θέση τους επιτρέποντάς της να πάλλεται λίγο χρόνο μετά. Ακριβώς αυτό το στοιχείο ήταν που έδωσε στους εκτελεστές του οργάνου νέα δυνατότητα ελέγχου του βαθμού δύναμης με την οποία πατούσαν τα πλήκτρα. Τα πιάνα του Κριστοφόρι είχαν 4 ως 4.5 οκτάβες έκταση.

Το πιάνο του Cristofori (1722),

Εθνικό Μουσείο Μουσικών Οργάνων, Ρώμη

 

 

        Η μεγάλη επιτυχία του Cristofori έγκειτο, χωρίς προηγούμενο, στο ότι έλυσε βασικές μηχανικές ελλείψεις στο σχεδιασμό του οργάνου, όπως τη στιγμιαία κρούση και επαφή των σφυριών στις χορδές και την ταχύτατη επαναφορά τους στο σημείο εκκίνησης, πράγμα το οποίο συνέβαλε δραματικά στην καθαρότητα του ήχου, αλλά και στην ταχύτητα επανάκρουσης. Στο κλαβίχορδο τα ελάσματα έμεναν εφαπτόμενα στη χορδή με αποτέλεσμα ο ήχος να είναι θολός. Επίσης είχε παχύτερες χορδές από το κλαβίχορδο, λεπτότερες, όμως, από το σύγχρονο πιάνο.

Το “pianoforte” του Cristofori έμεινε για κάμποσο καιρό στην αφάνεια, μέχρι που το 1711 ο Ιταλός συγγραφέας Scipione Maffei, σε κάποιο άρθρο αναφέρθηκε με εγκωμιαστικά λόγια στην καινούρια εφεύρεση, συμπεριλαμβάνοντας μάλιστα και κατασκευαστικό διάγραμμα.


            Την ιδέα του μηχανισμού αυτού πήρε στη Γερμανία ο Γκότφριντ Ζίλμπερμαν ( Silbermann), που κατασκεύασε το 1726 δύο πιάνα και τα έθεσε υπο τη κρίση του Μπάχ ( Bach) του οποίου η μάλλον αρνητική γνώμη πιθανόν οδήγησε σε βελτιώσεις. Να σημειωθεί εδώ ότι ενώ τα πρώτα pianoforte κατασκευάστηκαν την εποχή του Μπαρόκ μερικοί από τους πιο διάσημους συνθέτες της εποχής γνώριζαν την ύπαρξή τους, ο ασθενής τους ήχος δεν τους επέτρεψε να ανταγωνιστούν το τσέμπαλο. Νέα ώθηση στη κατασκευή των πιάνων θα δοθεί στην Αγγλία από τους Τσούμπε (Zumpe) και Γ.Κρ.Μπαχ και στη Βιέννη από τους Streicher- Stein οι οποίοι θα δώσουν μεγαλύτερη σημασία όχι τόσο στη δυναμική όσο στη ποιοτική προβολή του ήχου. Παρ’ όλες όμως τις βελτιώσεις, οι εκτελεστές δεν μένουν ακόμα ικανοποιημένοι. Η έλλειψη μηχανισμού γρήγορης επανάκρουσης της χορδής παραμένει το βασικό μειονέκτημα. Σε αυτή την αδυναμία του μηχανισμού, ο Εράρ (Εrard) στη Γαλλία θα προτείνει το μηχανισμό του διπλού χτυπήματος τον οποίο θα ολοκληρώσει το 1823 και με τον οποίο θα γίνει δυνατό το γρήγορο παίξιμο που οδήγησε στη δεξιοτεχνική εκτέλεση του πιάνου του 19ου και 20ου αιώνα. Στα μέσα του 19ου αιώνα κατασκευάζονται 3 τύποι οργάνων: Το τραπεζοειδές για μικρούς χώρους και τα πιάνα με οριζόντιο (πιάνα με «ουρά») και κάθετο (όρθια πιάνα) χορδικό σύστημα. Το όρθιο πιάνο εξελίχθηκε από τον Τ. Χόουκινς στη Φιλαδέλφεια (1800) και τον Ρ. Ουώρνεμ τον νεότερο στο Λονδίνο (1811, τελειοποιήθηκε το 1829).Το μοντέλο που υπάρχει σήμερα είναι ως επί το πλείστον βασισμένο σε εκείνο του Ουόρνεμ.        

 

Μια από τις πιο σημαντικές καινοτομίες που συνέβαλε στη σημερινή μορφή και απόδοση του οργάνου εισήγαγε ο Χόουκινς με το σιδερένιο σκελετό, το πλεονέκτημα του οποίου ήταν η δυνατότητα χρήσης χορδών μεγαλύτερης τάσης (τεντώματος) από ότι επέτρεπε ο ξύλινος σκελετός και έτσι γινόταν δυνατή η χρήση πιο χοντρού σύρματος που παράγει πλουσιότερο ήχο. Μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα έχει πια βελτιωθεί ριζικά η κατασκευή πιάνων τόσο σε επίπεδο υλικών όσο και στο επίπεδο του μηχανισμού. Σε αυτό συνέβαλε επίσης και η συνεργασία των κατασκευαστών με τους συνθέτες και εκτελεστές για τη δημιουργία οργάνων που θα ήσαν σύμφωνα με τις συνθετικές και ερμηνευτικές ανάγκες τους. Επίσης, η διάταξη των χορδών (οι μπάσσες χορδές τοποθετούνται πάνω από τις πρίμες χιαστί), πράγμα το οποίο επέτρεψε την ελάττωση του μεγέθους και του όγκου του σκάφους του οργάνου. Η τελευταία αυτή καινοτομία είναι πατέντα του οίκου Steinway και κυκλοφόρησε το 1859. Κατά τη περίοδο αυτή εμφανίστηκαν μερικοί από τους σημαντικότερους κατασκευαστές πιάνων σε παγκόσμιο επίπεδο ακόμα και σήμερα: ο Bösendorfer στη Βιέννη, ο Bechstein στο Βερολίνο, ο Steinway στη Νέα Υόρκη και προς το τέλος του 19ου αιώνα η Yamaha στην Ιαπωνία.

            Σήμερα το σύγχρονο πιάνο έχει σιδερένιο σκελετό και είναι είτε όρθιο είτε με ουρά. Η έκτασή του είναι 71/3 οκτάβες με 88 πλήκτρα αν και ορισμένα μοντέλα Bösendorfer έχουν έκταση 8 οκτάβες. Και οι 2 τύποι πιάνου αποτελούνται από ηχείο, σώμα υποστήριξης, πλαίσιο, χορδές, πληκτρολόγιο, πεντάλ και βασικό μηχανισμό. Πάνω στο πλαίσιο ακουμπά το ηχείο κατασκευασμένο από ξύλο ελάτου και μαντέμι.  Οι χορδές ενός μέσου πιάνου ασκούν συνδυαστική έλξη 18 τόνων, ενώ η πίεση των χορδών ενός μεγάλου πιάνου με ουρά μπορεί να φτάσει και τους 30 τόνους. Κάθε ψηλή συχνότητα - νότα χρησιμοποιεί 3 χορδές ενώ κάθε χαμηλή (μπάσσα) 2 χορδές. Οι πιο  μπάσσες νότες έχουν 1 χορδή. Αυτό συμβαίνει επειδή οι ψηλότερες νότες έχουν λεπτότερες χορδές, οι οποίες  παράγουν πιο αδύναμο ήχο. Αν οι ψηλότερες νότες είχαν μία μόνο χορδή, θα καλύπτονταν ηχητικά από τις μπάσσες, οι οποίες είναι παχύτερες και δυνατότερες. Οι χορδές του πιάνου είναι φτιαγμένες από ατσάλι. Οι χαμηλές περιοχές αποτελούνται από ατσάλινες χορδές με επικάλυμμα  (τύλιγμα) χαλκού που τους επιτρέπει να δονούνται ελεύθερα ενώ ταυτόχρονα να έχουν το πάχος που χρειάζεται για να παράγουν χαμηλές συχνότητες. Ο ήχος της δονούμενης χορδής είναι αρχικά αδύναμος. Στο πιάνο, αυτός ο αδύναμος ήχος ενισχύεται από ένα μεγάλο ξύλινο διάφραγμα που ονομάζεται ηχείο ή αρμονική τράπεζα, και το οποίο είναι κολλημένο στον ξύλινο σκελετό του (rim), κάτω από τις χορδές. Οι χορδές ακουμπάνε πάνω σε ξύλινες γέφυρες (καβαλάρηδες), οι οποίες μεταδίδουν τη δόνηση από τις χορδές στην αρμονική τράπεζα. 
        

        Το κυνήγι της καινοτομίας και της έκπληξης όσον αφορά το πιο δημοφιλές μουσικό όργανο στον κόσμο συνεχίζεται και θα συνεχίζεται.

        Το πιάνο είναι από τα πιο δημοφιλή μουσικά όργανα στον κόσμο. Χρησιμοποιείται ευρέως στην κλασσική και τζαζ μουσική, στην εκκλησιαστική αλλά και στη συνοδεία (ακκομπανιαμέντο). Αν και είναι βαρύ και πολύ δύσκολο στη μεταφορά του, ωστόσο, η ευελιξία και άλλα προτερήματά του το κάνουν το πιο οικείο μουσικό όργανο. Υπάρχουν πιάνα με ουρά και όρθια. Τα πιάνα με ουρά εμφανίστηκαν πρώτα ενώ τα όρθια εμφανίστηκαν για να καλύψουν ανάγκες όπως η έλλειψη χώρου. Πιάνα με ουρά υπάρχουν σε τέσσερις (4) διαφορετικές διαστάσεις:

  • ¼ = Baby grand = 1,40 – 1,60 μέτρα
  • ½ = μισή ουρά = 1,65 – 1,95 μέτρα
  • ¾ = small concert grand = 2,00 – 2,40 μέτρα
  • 4/4 = full concert grand = 2,40 – 2,80 μέτρα

        Το πιάνο αποτελείται από πολλές ξεχωριστές δομές που συνδυαζόμενες κατάλληλα μας δίνουν το ηχητικό αποτέλεσμα που όλοι γνωρίζουμε. Το πιάνο είναι κατ' άλλους κρουστό, κατ' άλλους έγχορδο όργανο. Η βασική παραγωγή ήχου τελείται με την κρούση ειδικών σφυριών επάνω στις χορδές, που δονούνται και μεταφράζουν όλες τις αποχρώσεις της κίνησης του πιανίστα πάνω στο κλαβιέ. Υπάρχουν πάνω από 200 χορδές σε ένα πιάνο που βρίσκονται τεντωμένες μέσα σε ένα σιδερένιο πλαίσιο, γνωστό και ως “άρπα” ή “μαντέμι”, και το οποίο αντισταθμίζει και συγκρατεί  την πίεση που ασκείται από τις χορδές. 
          Τα πιάνα έχουν 2 ή 3 πετάλια  που λειτουργούν με την πίεση των ποδιών (πεντάλ/ pedal) και επιτελούν διαφορετικές λειτουργίες. Συνδέονται με τον υπόλοιπο μηχανισμό με μια σειρά μοχλών, καρφιών και ελατηρίων. Το δεξί δυνατό πεντάλ βοηθά στην ενίσχυση ή παράταση του ήχου. Το αριστερό πεντάλ (una corda) μαλακώνει τον ήχο μετακινώντας το μηχανισμό κρούσης στα πιάνα με ουρά ελαφρά προς τα αριστερά, αναγκάζοντας τα σφυριά να χτυπούν 2 από τις τρεις χορδές, ενώ σε μικρότερα ή όρθια πιάνα μεταθέτοντας τα σφυριά πιο κοντά στις χορδές ώστε η φορά και η δύναμη κρούσης να είναι μικρότερες. Το μεσαίο πεντάλ στα όρθια πιάνα (σουρντίνα ή σορντίνα/ ιταλ: sordina) ενεργοποιεί το μηχανισμό που κατεβάζει ένα παραπέτασμα τσόχας ανάμεσα στις χορδές και τα σφυριά εμποδίζοντας την απευθείας επαφή τους, ώστε το αποτέλεσμα να είναι ένας χαμηλός και υπόκωφος ήχος κατάλληλος για μελέτη σε ακατάλληλες ώρες (για παράδειγμα αργά το βράδυ). Το μεσαίο πεντάλ στα πιάνα με ουρά, επιτελεί διαφορετική λειτουργία από αυτή των όρθιων πιάνων, δεν το βρίσκουμε σε όλα τα πιάνα με ουρά, λέγεται σοστενούτο ή ισοκράτης και βοηθά στο κατά βούληση κράτημα μιας νότας ή συγχορδίας. Το πιάνο-πεντάλ (piano-pedalier ή pedalpiano) είναι ένας σπάνιος τύπος πιάνου που συμπεριλαμβάνει και μια σειρά πεντάλ, έτσι ώστε οι χαμηλών συχνοτήτων νότες να παίζονται με το πόδι, όπως γίνεται και στο εκκλησιαστικό όργανο. Δημιουργήθηκε αρχικά ως βοήθημα μελέτης των οργανιστών. Για το συγκεκριμένο όργανο υπάρχει πολύ περιορισμένο ρεπερτόριο. 

        Σχεδόν κάθε πιάνο έχει 36 μαύρα και 52 άσπρα πλήκτρα (88 σύνολο) επτά οκτάβες σύν μία τρίτη μικρή. Τα καλύτερα ποιοτικά πιάνα έχουν μεγαλύτερη έκταση προς τα πάνω ή προς τα κάτω. Τα πλήκτρα του πιάνου γενικά είναι κατασκευασμένα από έλατο ή άλλο ελαφρύ ξύλο. Παραδοσιακά, τα μαύρα πλήκτρα ήταν φτιαγμένα από έβενο και τα λευκά ήταν επικαλυμμένα με μια λεπτή στρώση ελεφαντόδοντου. Μετά την απαγόρευση της εμπορικής του διακίνησης το 1980, τα πλήκτρα κατασκευάζονται σχεδόν αποκλειστικά από πλαστικό. Επιπλέον, το ελεφαντόδοντο ραγίζει πιο εύκολα από το πλαστικό. Νόμιμα μπορεί κάποιος πια να προμηθευτεί ελεφαντόδοντο μόνο σε πολύ μικρές ποσότητες, μέχρι εξάντλησης των αποθεμάτων που ακόμα υπάρχουν. 

        Επειδή το πιάνο αποτελείται ακριβώς από πολλές διαφορετικές δομές, οι οποίες πρέπει κάθε φορά να διαδρούν και να συνδυάζονται άψογα προκειμένου να έχουμε το καλύτερο αποτέλεσμα, κρίνεται  πολύ σημαντική η συντήρηση του οργάνου. Κάθε ατμοσφαιρική αλλαγή, αλλαγή θερμοκρασίας, υγρασία κ.λπ., μπορούν να βλάψουν το όργανο. Η κάλυψή του με ειδικά υφάσματα και η τοποθέτησή του σε χώρο που προστατεύεται από όλα τα παραπάνω είναι απαραίτητη.